Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Στο μπαλκόνι...



"Και να, που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές,

μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι"...


Αλήθεια,
αναρωτήθηκε, πόσες φορές φτάσαμε εδώ;

Πόσες φορές χρειάστηκε αυτός ο κόσμος να κάνει τα ίδια λάθη, να ρημάξει κάθε ομορφιά μέσα και γύρω του, να πατήσει πάνω σε πτώματα συνανθρώπων του και με το άδικα χυμένο αίμα τους, να χτίσει ένα βασίλειο ψωραλέας και προσποιητής ευτυχίας και ευημερίας;

Πόσοι συνάνθρωποι χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως, για να συντηρηθεί αυτό το θλιβερό βασίλειο; Πόσοι και πως πρόσφεραν την καρδιά τους στα θεμέλια του και έμαθαν τελικά να λειτουργούν χωρίς αυτήν;

Τόσες καρδιές θυσία στα θεμέλια και το βασίλειο να παραμένει άκαρδο ...

Η Ιστορία τα έχει καταγράψει, σκέφτηκε. Η Ιστορία καταγράφει την αδιάκοπη επανάληψή της
"και να που φτάσαμε εδω" ξανά, "μα μ' ενα τόσο ωραίο φεγγάρι".



Πάντα το φεγγάρι τις νύχτες ήταν μια συντροφιά. Αν κάποιος δεν ήταν πολύ απασχολημένος με τα επίγεια, ώστε να σηκώσει το κεφάλι του και να το κοιτάξει μπορούσε ακόμα και να ονειρευτεί .
Να ονειρευτεί πως το φως του τρύπωνε απαλά μέσα απ' τις γρίλιες και χάιδευε τα κουρασμένα σώματα. Βλέπεις, το φεγγάρι...το φεγγάρι, που δεν μεγαλοπιάστηκε ποτέ με την αίγλη του, έλαμπε με την ίδια ένταση παντού.
Καθρεφτίζονταν με την ίδια λαμπρότητα σε μια γαλάζια λίμνη και με την ίδια ένταση αστραποβολούσε μέσα σ' ένα νερόλακκο κάποιου καταυλισμού, μόνο και μόνο για να συναντήσει τα μάτια ενός μικρού παιδιού και να φωτίσει το σκοτεινό του βλέμμα. Αυτό το φεγγάρι μπορούσε να σε κρατήσει ζωντανό και κυρίαρχο του εαυτού σου.

Μπορούσε να σε κάνει να ονειρευτείς όπου κι αν ήσουν, όποιος κι αν ήσουν.

"Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος…"...

Πως να κρατήσει το όνειρο όμως; Η μοίρα των ονείρων είναι να τελειώνουν μόλις κάποιος πάψει να ονειρεύεται. Όταν το φεγγάρι δεν αρκεί, όταν η φύση είναι αρκετή μόνο για εκμετάλλευση, όταν το σώμα σου και το μυαλό σου είναι-απλά- ένα τέλειο εργαλείο, πως να βρει τρόπο το όνειρο να μπει και να σε κατοικήσει!
Δεν αρκεί να σφαλίσεις τα μάτια για να ονειρευτείς. Είναι που πρέπει να τα έχεις ορθάνοιχτα όταν είσαι ξύπνιος και να ονειρεύεσαι.
Το δυστύχημα με τα όνειρα είναι πως εκδικούνται εκείνους που δεν τους δίνουν σημασία...και τότε μετατρέπονται σε εφιάλτες.
Στις ξέρες κάθε εφιάλτη μπορείς να διακρίνεις το ναυάγιο ενός ονείρου, ένα άθλιο κουφάρι παραδομένο στη σκουριά και στη σαπίλα κι αν ψάξεις σανίδα ν' αποδράσεις, δεν είναι σίγουρο πως θα βρεις κάτι αρκετά γερό για να σε φέρει πίσω σώο και αβλαβή .

Σαθρή η σανίδα σωτηρίας, σκέφτηκε, αβέβαιο το ταξίδι της επιστροφής μου ...ναυαγισμένο το όνειρο, αβέβαιο και το μέλλον μου...το παρελθόν μου όμως;



"Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται…"...

Ω ναι, αγάπησε τα μεγάλα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τ' αγάπησε σαν να μην ήταν ο ίδιος η ανθρωπότητα...σαν να ταν κάποιοι άλλοι που την αποτελούσαν!
Κι άλλοι σαν κι αυτόν το ίδιο ένιωθαν...ένιωθαν την ανθρωπότητα σαν κάτι μακρινό, που δεν αφορά τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά αλλά κάποιους άλλους κάπου πολύ μακριά απ' τους ίδιους.
Ω, πόσο όμορφα είναι τα ιδανικά της ανθρωπότητας που δεν εφαρμόζουν οι άνθρωποι βολεμένοι μέσα στον μικρόκοσμο της ψωραλέας ευτυχίας και ευημερίας του βασιλείου!


Αλήθεια, μέσα σ' έναν άκαρδο κόσμο ποιος νοιάστηκε για το συνάνθρωπο που βρέχεται, κρυώνει ή πεινάει, τον άνθρωπο- δέντρο,του οποίου βιάζεται καθημερινά η υπόσταση, με πολλούς και διάφορους τρόπους ακόμα και μέσα στο μικρό βασίλειο;

Κανείς, συλλογίστηκε, αφού η ανθρωπότητα είναι απέραντη και πολύ μακρινή, έξω απ' την αυλή του ανθρώπου...


"Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα"...

Όπου και να βρεθεί ο άνθρωπος, όπου κι αν ταξιδέψει, όση σοφία κι αν συλλέξει, χωρίς τα ιδανικά της ανθρωπότητας στις αποσκευές του, θα πεθαίνει...και θα πεθαίνει πολλές φορές, γιατί στο πρόσωπο των μελλοντικών θανάτων του ανθρώπου στην ιστορία το αίτιο θα είναι πάντα το παρελθόν , αφού τα ιδανικά δόθηκαν αντάλλαγμα στο άπληστο βασίλειο που δεν χορταίνει ποτέ όσα κι αν δώσεις, που δεν έχει καρδιά για να χτυπά , που είναι νεκρό από πραγματική ζωή και ευτυχία, οι οποίες έχουν εξοστρακιστεί στο περιθώριο.

Νεκροί για πάντα οι άνθρωποι χωρίς τις ιδέες και την ανθρωπιά τους, αλλά κάποιοι πιστεύουν ακόμα στην ομορφιά και έχουν ο ένας τον άλλον, έτσι δεν είναι; αναρωτήθηκε...


"Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες…
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο"...

Μοναξιά, ατέλειωτη μοναξιά και φόβος...

Μοναξιά, φόβος και αναμνήσεις μιας εποχής που πέρασε και πάει...αναμνήσεις πραγματικής ευτυχίας...σαν κι αυτής που ανθίζει στον "σκουπιδότοπο" του άπληστου βασιλείου. Εκεί καταλήγει ο,τι δεν ενσωματώνεται ασυζητητί στα "πρέπει" , εκεί καταφεύγει κάθε φωνή που επιμένει να κρατά τα ξεχασμένα απο πολλούς τα ιδανικά της ανθρωπότητας και να τα υπερασπίζεται όπως μπορεί.
Ένας "σκουπιδότοπος " που προσπαθεί ν' ανθίσει, να βρεί τρόπους ν' ακουστεί η φωνή του, να αφυπνίσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις, που ψάχνει να βρεί τρόπους και διέξοδο μέσα στο μεγάλο αδιέξοδο που τον περιβάλει και τον συνθλίβει με το βάρος του.



"Κοινωνικά απόβλητος" δηλαδή όποιος επιμένει, βαριά κουβέντα δεν είναι;
Ποιός προσπαθεί να μοιράσει τέτοιες ταυτότητες και ποιος θα πιστέψει πως έχει δίκιο όποιος το κάνει;

Είναι εύκολο άραγε να συμβεί κάτι τέτοιο και να βρει υποστηρικτές; Αναρωτήθηκε για μια ακόμα φορά βγαίνοντας στο μπαλκόνι του διαμερίσματος.

Τα φώτα της πόλης απλώνονταν κάτω απ' τα πόδια του και στη θέα τους από ψηλά τον έπιασε ένας ίλιγγος. Φαντάστηκε τον εαυτό του μόνο, μέσα στο χάος μιας άγνωστης πόλης να προσπαθεί να επιβιώσει χωρίς εφόδια ...ανατρίχιασε, αλλά ίσως να έφταιγε η ψύχρα του απόβραδου.


"Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!"

Ανάσανε με δύναμη... ο αέρας είχε μια μυρωδιά βρεγμένου τσιμέντου ...

Στο διαπλανό διαμέρισμα κάποιος έπαιζε με την κιθάρα του ένα τραγούδι που κάποτε του άρεσε ...κάποτε, όταν ήταν νέος και πίστευε πως θα φέρει τον κόσμο αυτό στα μέτρα του, πριν να τον φέρει ο κόσμος στα δικά του.


Χαμογέλασε, μπήκε στο σαλόνι και έκλεισε με την μπαλκονόπορτα πίσω του στον κόσμο, μπαίνοντας ξανά στο δικό του....

...σιωπή....


"Δωσ' μου το χέρι σου
Δώσ' μου το χέρι σου"....



*Το ποίημα "Αλλά τα βράδια" είναι του Τάσου Λειβαδίτη..
Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης, απαγγέλει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, τραγουδά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
"Φυσάει"



1 σχόλιο:

  1. Θηρία αν μπορείτε στο σαϊτ του σταθμού να ρυθμίσετε λίγο τη ροή της αποθήκευσης γιατί λόγω κάποιων αλλαγών,χάνω κάποιες εκπομπές!!!!!!

    Βασίλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή