Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Εννιά χρόνια μετά...


Τρεις Φεβρουαρίου...

Περίμενε το τηλέφωνο δυο μέρες τώρα να χτυπήσει...θα πήγαινε να τον δει. Χαμογελούσε στη σκέψη, γιατί την τελευταία φορά τον είχε ακούσει ευδιάθετο...κι αφού αυτός ήταν ευδιάθετος χαιρόταν κι εκείνη.
Ένας ο πόνος, δυο οι άνθρωποι, μια η αλήθεια, κάποιος γνώριζε, δυο αγνοούσαν και χαιρόντουσαν με ο,τιδήποτε, σαν να μην υπήρχε κανένα πρόβλημα.

Και το τηλέφωνο δεν χτυπούσε... Ξημέρωνε Δευτέρα....

Μην αντέχοντας άλλο την αναμονή, τον πήρε τηλέφωνο πρώτη. Χτυπούσε και κανείς δεν απαντούσε.

Υπό άλλες συνθήκες δεν θ' ανησυχούσε. Τώρα όμως την έζωσαν τα μαύρα φίδια...αποφάσισε να ξαναπάρει, στο κινητό αυτή τη φορά.
Δεν το σήκωσε ο ίδιος, αλλά τον άκουσε...δεν πίστευε ο,τι άκουσε απο απόσταση στο τηλέφωνο, αλλά το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βρεί πτήση.

Έψαξε και βρήκε.

Ξεκίνησε να φτιάχνει τη βαλίτσα της και συνειδητοποίησε πως διάλεγε μόνο μαύρα ρούχα .
Αυτή η ξαφνική συνειδητοποίηση την έκανε να πετάξει τα ρούχα απέναντι, όπως τα κρατούσε στα χέρια της και να μείνει κάποια ώρα-άγνωστο το χρονικό διάστημα-μέσα στην ημιφωτισμένη κρεβατοκάμαρα, ακίνητη μπροστά στη βαλίτσα που έχασκε εμπρός της βαρυπενθούσα.

Είναι ποτέ δυνατόν; Αποκλείεται, όχι, όχι, όλα θα πάνε καλά!

Προσπάθησε ν' "ακούσει" τους χτύπους της καρδιάς της όταν έκανε την παραπάνω σκέψη, αλλά εκείνη δεν της έδωσε απάντηση ή μάλλον της έδωσε, αλλά δεν ήθελε να την πιστέψει! Αυτό το κόλπο με τους χτύπους της καρδιάς το έκανε απο μικρό παιδί και ήξερε πως δεν λαθεύουν οι απαντήσεις που δίνει.

Οχι!

Δεν θυμάται πότε τέλειωσε με την βαλίτσα και το ραντεβού με το ταξί, θυμάται μόνο την ημιφωτισμένη κάμαρα και την δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Πηχτός αέρας και παγωμένη ησυχία.
Ξάπλωσε να κοιμηθεί ...η πτήση ήταν σχετικά νωρίς, την επόμενη μέρα.

Δεν τα κατάφερε.



Στριφογυρνούσε, δεν μπορούσε πουθενά να βρεί μια στάλα ηρεμίας και το λίγο που κοιμόταν έβλεπε μια πηχτή μαυρίλα κι αυτή μαύρη και η ίδια, να κολυμπάει μες το μαύρο, κάποιος να της μιλάει, να μην το βλέπει, να μην μπορεί ν' ακούσει καθαρά τι της λέει και πάλι από την αρχή.

Όχι... Αποκλείεται! Όχι!

Ξημέρωνε Τρίτη 4 Φεβρουαρίου...

Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο έκανε τα διαδικαστικά και μπήκε στην αίθουσα αναμονής, πήρε τηλέφωνο την αδερφή του να μάθει νέα. Την πήρε στη δουλειά της, αλλά κανείς δεν το σήκωσε.
Μπορεί να είναι μέσα με τα παιδιά και να μην τ' ακούει, σκέφτηκε και σχημάτισε άλλον αριθμό, κινητού τηλεφώνου... αυτή τη φορά...το σήκωσε.....

Είναι καλά;
Έφυγε το ξημέρωμα γύρω στη μια...έφυγε.....! Ήταν μόλις τριάντα τριών χρονών ...



Σηκώνει το βλέμμα και οι συγγενείς μπαίνουν στην αίθουσα...δεν ξέρει τι να πει, δεν σκέφτεται ακριβώς, νομίζει πως είναι όνειρο κακό και όπου να ναι θα ξυπνήσει, σαν ταινία η ζωή της ξετυλίγεται, γοργό κουβάρι, μπροστά στα μάτια της , αγκαλιάζει και αγκαλιάζεται απο οικεία πρόσωπα, μα δεν είναι αυτή η ίδια εκεί, είναι σαν να την παρακολουθεί ο εαυτός της απο ψηλά και αυτή είναι κάποια άλλη....

Κατά την πτήση παρατηρούσε τα όμορφα σύννεφα και έπιασε να του διηγείται, τα χρώματα, τα σχήματα, όλα όσα έβλεπε, του μιλούσε διαρκώς, μα δεν τον έβλεπε....



Όταν αντίκρυσε το χαμογελαστό του πρόσωπο, θυμήθηκε τα λόγια της τελευταίας τους συνάντησης...

"Αύριο, μεθαύριο μπορεί να φύγω"της είχε πει, και είμαι τριάντα τριών...ξέρεις όμως κάτι;
Δε στεναχωριέμαι, γιατί ζήσαμε τόσα πολλά και τόσο όμορφα πράγματα όλον αυτό τον καιρό!
Δε με νοιάζει λοιπόν, που θα φύγω, αν θα φύγω, γιατί έζησα μια γεμάτη ζωή μέχρι τώρα και είμαι ευτυχισμένος!

Κι αυτό που της είπε, εκείνη, δεν το ξέχασε ποτέ!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου